Οδοιπορικό στην εγκαταλειμμένη πλευρά της Καλιακούδας
Στη ράχη που κατηφορίζει από την κοκκινόμορφη κορυφή Πυργάκι, στη νοτιοδυτική πλευρά της Καλιακούδας, η στάση είναι επιβεβλημένη. Όχι μόνο για να πάρουμε ανάσα, αλλά και για να αντικρίσουμε την ερημωμένη Κοντίβα, φωλιασμένη σε πλάτωμα μέσα στην πυκνή βλάστηση από πουρνάρια.
Για να φτάσουμε ως εδώ, ακολουθήσαμε το φροντισμένο μονοπάτι της Στουρνάρας (Δολιανά), που διαβαίνει τον γκρεμό του Αϊ Γιώργη. Στη διαδρομή, τα ίχνη από το τσιμεντένιο αυλάκι δύο χιλιομέτρων του 1950, θυμίζουν ακόμα το νερό που έφτανε από το Κερασόρεμα, για να ποτίζονται τα χωράφια. Υπάρχει όμως και μια δεύτερη επιλογή μετακίνησης, το μονοπάτι του Προδρόμου, που γίνεται μέσω Κρικελλοπόταμου, όπου παλαιότερα υπήρχε τσιμεντένια γέφυρα, η οποία ρήμαξε με τα χρόνια.
Ο τόπος, κατοικημένος από την αρχαιότητα, γνώρισε πληθυσμιακή άνθηση κατά την Τουρκοκρατία μετατρέποντας τους μέχρι τότε βοσκότοπους σε ένα συγκροτημένο οικισμό. Στο πλαίσιο μεταγενέστερων προσπαθειών αντικατάστασης των παλαιών τοπωνυμίων, έγινε μια άκαρπη προσπάθεια μετονομασίας του χωριού σε «Κοντός», εντούτοις τελικά επικράτησε και διατηρήθηκε η αρχική ονομασία «Κοντίβα». Στο βιβλίο του «Από τα Δολιανά και την Κοντίβα» ο δάσκαλος Γιάννης Βράχας γράφει, ότι πριν από περίπου 200 έως 300 χρόνια, έφτασαν εδώ κτηνοτρόφοι από την Καρύτσα και τη Ροσκά. Μάλιστα, ανάμεσά τους και η ανυπότακτη γενιά των Κρικαίων, που άφησε κληρονομιά την παροιμιώδη φράση «Κρικαίϊκο κεφάλι», οι απόγονοι της οποίας μετονομάστηκαν αργότερα ως Πριτσολαίοι. Ο Γιάννης Βράχας διέσωσε επίσης σημαντικά στοιχεία για την οικονομία και τη δημογραφία του τόπου, όπου σύμφωνα με τις καταγραφές του στο χωριό κατοικούσαν έως και 30 οικογένειες, ενώ κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου ανθούσε η κτηνοτροφική δραστηριότητα με τα περίπου 4.000 αιγοπρόβατα. Παρά το ορεινό και περιορισμένο καλλιεργήσιμο έδαφος, η παραγωγή κάλυπτε τις ανάγκες των κατοίκων, χαρίζοντας απλόχερα ποιοτικά σταφύλια, σύκα, ροδάκινα και κεράσια.
Το σήμα κατατεθέν του χωριού ήταν η εντυπωσιακή κοινόκτητη κληματαριά στην κεντρική του ρούγα. Το δημοσίευμα της εφημερίδας «Ρουμελιώτης» στις 22/11/1930 περιγράφει γλαφυρά την εικόνα:
«Πελωρία μοναδική εις όλην την Ελλάδα κρεββατίνα, σύμπλεγμα 25 ριζών, εις ύψος 3 μέτρων εκτείνεται εις μήκος 300 μέτρων από την αυλήν του σπητιού του κ. Ευθ. Μπακατσά εις όλον τον δρόμον που τον σκεπάζει δροσοστάλακτος γλυκόκαρπος θόλος. Εφέτος ετρύγησαν άνω των 500 οκ. σταφύλια πολλών ειδών. Εις την φωτογραφία η κ. Ευθ. Μπακατσά με τες δύο μικρούλες της στον τρύγο».
Ιδιαίτερο γεγονός στην ιστορία του χωριού αποτελούσε το πανηγύρι του στις 6 Αυγούστου, εορτή της Μεταμορφώσεως, με τα τραπέζια να περιλαμβάνουν λιτά και νηστίσιμα γεύματα, στα οποία κυριαρχούσαν ο μπακαλιάρος και η ντόπια πέστροφα του Κρικελλοπόταμου. Η προσέλευση των επισκεπτών ξεπερνούσε τα 300 άτομα, με αποτέλεσμα κάθε νοικοκυριό να φιλοξενεί από 20 έως 30 μουσαφιραίους. Η παράδοση αυτή της συνάντησης διατηρείται ζωντανή μέχρι σήμερα, καθώς κάθε χρόνο την ίδια ημερομηνία οι χωριανοί συγκεντρώνονται στα πατρογονικά εδάφη για την τέλεση της Θείας Λειτουργίας.
Η σταδιακή ερήμωση του οικισμού υπήρξε νομοτελειακή και ολοκληρώθηκε κατά τη διάρκεια των δεκαετιών του 1960 και του 1980. Σήμερα, ανάμεσα στην πυκνή βλάστηση και στα πεσμένα σπίτια, το ένα από αυτά φέρει στην πέτρα του το έτος κατασκευής 1914, ενώ στέκονται όρθια ο ναός του Σωτήρος και παραδίπλα το παλιό σχολείο. Η Κοντίβα έχει πια ταυτιστεί με την εγκατάλειψη.
Η καθηλωτική εμπειρία της περιήγησης στην ερημωμένη και δύσβατη πλευρά της Καλιακούδας, ανάμεσα στα βράχια με τα απομεινάρια της ανθρώπινης παρουσίας, δημιουργεί την προσμονή για μια επόμενη επίσκεψη, με σκοπό την περαιτέρω εξερεύνηση των παλαιών προσβάσεων και την καταγραφή των υπολοίπων σημείων του χωριού.
Σχόλια
Δεν έχουν γίνει σχόλια για τη δημοσίευση